
Η διαμεσολάβηση είναι οργανωμένη διαδικασία επίλυσης διαφορών στην οποία ένας ουδέτερος διαμεσολαβητής βοηθά τα μέρη να επικοινωνήσουν, να αποσαφηνίσουν τα πραγματικά σημεία της διαφοράς και να διερευνήσουν αν υπάρχει συμφωνία που μπορούν να αποδεχθούν. Η λύση δεν επιβάλλεται από τον διαμεσολαβητή· διαμορφώνεται μόνο από τα ίδια τα μέρη.
Ο ρόλος του διαμεσολαβητή
Ο διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής και δεν αποφασίζει ποιος έχει δίκιο. Δεν εκπροσωπεί κανένα από τα μέρη και δεν υποκαθιστά την ανεξάρτητη νομική συμβουλή των δικηγόρων τους. Ο ρόλος του είναι να οργανώνει μια ασφαλή και λειτουργική διαδικασία επικοινωνίας, να βοηθά τα μέρη να εντοπίσουν τα πραγματικά σημεία σύγκρουσης και να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση χωρίς να επιβάλλει αποτέλεσμα.
Πότε μπορεί να είναι χρήσιμη
Η διαμεσολάβηση μπορεί να εξεταστεί σε αστικές και εμπορικές διαφορές όταν τα μέρη έχουν κίνητρο να αναζητήσουν λύση αντί να αφήσουν το αποτέλεσμα αποκλειστικά σε μια δικαστική απόφαση. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει οικονομική ή επαγγελματική σχέση που πρέπει να ρυθμιστεί, όταν το κόστος και ο χρόνος μιας παρατεταμένης αντιδικίας είναι σημαντικά ή όταν τα μέρη χρειάζονται λύση με περισσότερη ευελιξία από εκείνη που μπορεί να προσφέρει μια δικαστική απόφαση.
Τι προετοιμάζεται πριν από τη διαδικασία
Η αποτελεσματική συμμετοχή απαιτεί καθαρή εικόνα των πραγματικών περιστατικών, των εγγράφων, των οικονομικών ή επιχειρηματικών δεδομένων και των ελάχιστων όρων που μπορεί να αποδεχθεί κάθε πλευρά. Κάθε μέρος χρειάζεται να γνωρίζει τα δικαιώματα, τους κινδύνους και τις εναλλακτικές του. Η διαμεσολάβηση δεν αναιρεί αυτή την προετοιμασία· την αξιοποιεί σε μια δομημένη διαπραγμάτευση.
Εμπιστευτικότητα και έλεγχος του αποτελέσματος
Η διαδικασία οργανώνεται σε πλαίσιο εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το εφαρμοστέο θεσμικό πλαίσιο και τις συμφωνημένες διαδικαστικές ρυθμίσεις. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι τα μέρη διατηρούν τον έλεγχο: μπορούν να συμφωνήσουν μόνο στους όρους που θεωρούν αποδεκτούς και, αν δεν υπάρξει συμφωνία, η διαφορά δεν επιλύεται μονομερώς από τον διαμεσολαβητή.
Η διαμεσολάβηση δεν σημαίνει παραίτηση από δικαστική προστασία
Η επιλογή διαμεσολάβησης δεν σημαίνει ότι κάθε υπόθεση πρέπει να λυθεί εξωδικαστικά. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου απαιτούνται άμεσα ασφαλιστικά ή δικαστικά μέτρα ή όπου η συμφωνία δεν είναι ρεαλιστική. Η καταλληλότητα της διαδικασίας αξιολογείται με βάση το αντικείμενο της διαφοράς, τη στάση των μερών, τις προθεσμίες και τον κίνδυνο που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Η αξία της διαμεσολάβησης βρίσκεται στο ότι επιτρέπει στα μέρη να διαπραγματευθούν με δομή και εμπιστευτικότητα, διατηρώντας τα ίδια τον έλεγχο της τελικής συμφωνίας.
Η Ιφιγένεια Αντωνάκου είναι διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια από το 2015 και αναλαμβάνει διαμεσολάβηση αστικών και εμπορικών διαφορών. Η ιδιότητα του διαμεσολαβητή είναι ουδέτερη και διακριτή από τον ρόλο του δικηγόρου που εκπροσωπεί ένα μέρος σε συγκεκριμένη υπόθεση.